Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Δεκανίκια


Σήμανε η ώρα που η γραφή δεν φτάνει.
Που οι λέξεις τέλειωσαν, εξαντλήθηκαν.
Μα πότε πρόλαβα να τις ξοδέψω όλες; Τι σπάταλη...
πόσο αχόρταγη φάνηκα, με άσκοπη τόλμη, ξοδεμένη δεξιά και αριστερά, ανυπότακτα..
Δύναμη αδύναμη, ανέτοιμη να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε απειλή...
προς τί η τόση διαθεσιμότητά της;
κι η χειραγώγηση η πιο σκληρή διαδικασία. Αλλά πώς χειραγωγείται κάτι που τελείωσε;
Αποδυναμωμένα μέσα στέκουν σα φθαρμένα δεκανίκια, έτοιμα να σπάσουν, προδίνοντας έτσι τα δειλά μου βήματα...
Έπρεπε να τα πετάξω πριν με ρίξουν. Και αντ' αυτού πέταξα το στέμμα γιατί νόμιζα πως το βάρος του επιβάρυνε τη δουλειά τους.
 Ω μα πόσο ανόητη φάνηκα..Δύσβατη φύση, πόσοι την τιθάσευσαν; Ή αλλιώς πόσοι την ξερίζωσαν; Όχι για να βρουν μια άλλη, αλλά από φόβο να την καλλιεργήσουν.
Ωραία ψευδαίσθηση να νομίζεις πως εσύ την καλλιεργείς έτσι δεν είναι;
Άλλο ένα φθαρμένο δεκανίκι...

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Γελάς Θεέ μου;


Θεέ μου γελάς όταν πονάω;
Σε νανουρίζουν γλυκά τα αναφιλητά μου;
Νομίζεις υποφέρω όταν τεντώνεις το σκοινί της μοίρας μου;

Ω Θεέ, εγώ γελώ μαζί σου!
Κάθε που νομίζεις με συντρίβεις,
εγώ γελώ πιο δυνατά από σένα..
Γιατί τι θα γίνεις Θεέ μου, αν εγώ χαθώ;
Εσύ μπορείς να με σκοτώσεις μια φορά,
ενώ εγώ σε σκοτώνω κάθε μέρα!
Γελάς ακόμα Θεέ μου;

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Η ζωή σαν γλυπτό...


Και ήρθε η στιγμή της αποκάλυψης.
Και το γλυπτό φανέρωσε τον εαυτό του στον κόσμο.
Τα αποτελέσματα ήταν αναμενόμενα.
Ο κόσμος θαμπώθηκε.
Όλοι θαύμαζαν το γλυπτό, τώρα πια όχι μόνο για την ομορφιά του.
Οι εκτιμητές πολλοί και διάφοροι.
Έκαναν το γλυπτό να λάμπει από περηφάνια.
Όμως ξαφνικά ένας ένας εξαφανίζονταν.
Ακόμα και αυτοί που νόμιζε πως ήρθαν πολύ κοντά για να το κατακτήσουν, χάνονταν μες τη νύχτα
Και το γλυπτό έμεινε πιο μόνο από ποτέ,
να παρατηρεί τις σκιές που έσβηναν μες το σκοτάδι.
Όχι δεν περίμενε αυτή την αντίδραση.
Οι ανθρώπινες πνοές που πλησίασαν το γλυπτό το έκαναν ευάλωτο,
Ξέμαθε να μη ζητάει, ξέχασε να μην περιμένει..
Και τώρα η βροχή που το χτυπά, πέφτει σα μολύβι επάνω του, τρυπώντας του όλο το σώμα..
το άψυχο πλέον.
Και τότε το γλυπτό ξανασκεπάστηκε και έκλαψε πικρά.
Γιατί δεν ήθελε να ναι πια γλυπτό, που το βάρος του δεν το αντέχει κανείς.
Ήθελε να ξανανιώσει εκείνη την πνοή, που έκανε όλο του το κορμί να τινάζεται σα να το χτυπά ηλεκτρικό ρεύμα.
Αλλά δεν ήξερε αν του επιτρεπόταν και έτσι σιώπησε..
«Δεν θα ξανασηκώσω το σεντόνι από πάνω μου, είπε, μέχρι κάποιος που να το επιθυμεί πραγματικά, μου εμφυσήσει την καθάρια πνοή της αναγέννησης που τόσο λαχταρώ». Κι έτσι έκανε...

Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

Συνομιλία με έναν άγγελο...

Άγγελος: Πώς βρέθηκες εδώ πάνω;
Άνθρωπος: Μη με μαρτυρήσεις.
Άγγ: Πώς ήρθες; Είναι επικίνδυνα, γύρνα πίσω αμέσως.
Άνθρ: Κρύβομαι, μόλις ξεκουραστώ θα φύγω.
Άγγ: Εδώ ήρθες να κρυφτείς; Με τέτοιο φως από ποιον νομίζεις πως μπορείς να κρυφτείς;
Άνθρ: Δεν κοιτάνε όλοι στο φως φοβούνται.
Άγγ: Εσύ δεν φοβάσαι;
Άνθρ: Όχι.
Άγγ: Και αν πέσεις;
Άνθρ: Αν πέσω σημαίνει πως πρώιμα ανέβηκα και τούτη η πτώση θα γίνει ο οδηγός μου για μια νέα, πιο καθάρια ανάβαση.
Άγγ: Γενναία λόγια για το είδος σου. Τι προσδοκάς απ’ τη ζωή σου;
Άνθρ: Δεν μπορώ να ξέρω.
Άγγ: Μήπως ζητάς να δεις τον πατέρα;
Άνθρ: Όχι, όχι ακόμα.
Άγγ: Άνθρωπε αυτά είναι επικίνδυνα λόγια, πρόσεχε! Γιατί να ζητάς κάτι τέτοιο; Ποιο κρίμα μπορεί να ναι τόσο βαρύ που να οπλίζει με τέτοιο θάρρος την ελπιδοφορτωμένη σου ψυχή;
Άνθρ: Δεν έχω ελπίδες, ούτε προσδοκίες, γι’ αυτό κρύβομαι. Δεν έχω θέαμα να προσφέρω.
Άγγ: Αυτό ζητούν από σένα;
Άνθρ: Καμιά φορά..
Άγγ: Εδώ δεν θα βρεις τίποτα που να μπορείς να τους προσφέρεις. Δεν θα σε πιστέψουν, θα σε περάσουν για τρελό.
Άνθρ: Σάμπως δεν το κάνουν ήδη..
Άγγ: Μη λυπάσαι, δεν αρμόζει στην ευγενική γενειά σου. Νιώθω τη θλίψη σου. Αλλά πρέπει να σε προστατέψω. Φύγε από δω όσο πιο γρήγορα μπορείς, πριν έρθει εκείνος και σε βρει. Κινδυνεύεις!
Άνθρ: Γιατί θες να με προστατέψεις; Χαμένη υπόθεση είμαι..
Άγγ: Καθόλου, και υπάρξεις σαν και σένα χρειάζονται εκεί κάτω. Για να μένει ανοιχτή η χαραμάδα που χωρίζει τους κόσμους μας.
Άνθρ: Τι κι αν χαθώ; Ποιος θα προσέξει την απουσία μου; Ίσως είναι καλύτερο να κλείσει μια και καλή η πόρτα του φωτός..
Άγγ: Αλίμονο! Μη λες αυτά τα λόγια, αφού δεν τα πιστεύεις. Χάρη σε σένα μπορούν οι φωτεινές αχτίνες να αγκαλιάσουν τον τόπο σου και τις πονεμένες υπάρξεις. Θ’ άντεχες να τους το στερήσεις αυτό;
Άνθρ: Όχι.
Άγγ: Τότε φύγε πριν είναι αργά. Δεν είναι θυσία, είναι αρετή.
Άνθρ: Θα φύγω, αλλά θα ξανάρθω.
Άγγ: Όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ να τιθασεύσω την αχόρταγη ψυχή σου. Θα σε περιμένω..
Άνθρ: Αντίο..

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Για τη Νύχτα..


Όχι δεν έκλαιγα.
Μόνο τα βράδια κλαίω.
Τότε ντύνομαι με τον πιο βαρύ μανδύα της ύπαρξής μου.
Τότε είναι που τα γόνατά μου λυγίζουν από το βάρος του πένθους και τα μάτια μου μαυρίζουν από την απουσία βλέμματος.
Και εκείνη όπως κάθε βράδυ έρχεται και μ΄αγγίζει στον ώμο.
Η αιώνια και πιστή ερωμένη όλων των βαριών υπάρξεων, γέρνει στον ώμο μου και μ' ακουμπά.
Κι άλλοτε το χέρι της είναι ζεστό και με αναπαύει.
Κι άλλες φορές είναι βαρύ και με καίει τόσο που η σιωπηλή κραυγή μου πνίγεται στον κόρφο μου και ξεσπά με αναφιλητά.
Και δεν ξέρω πια τι να περιμένω. Αφού είναι η μόνη που ανέχεται την ύπαρξή μου και την αγκαλιάζει με τέτοιο τρόπο, γιατί περιμένω το ξημέρωμα; Τότε που αυτή η τερατόμορφη σχέση  ξεθωριάζει στο φως της ημέρας και παίρνει μια απόσταση τέτοια, σα να μην υπήρξε ποτέ. Αλλά όταν βραδιάζει, επανεμφανίζεται μπροστά μου και δεν την κοιτώ με απορία, γιατί την περίμενα. Γιατί λαχταρώ την πίστη της σε μένα όσο και αν της αρέσει να με βλέπει να σέρνομαι. Γιατί κι η νύχτα είναι μια πληγωμένη γυναίκα που έμεινε πιστή στον έρωτα και ανολοκλήρωτη ακόμα, περιφέρει το σαρκίο της συντροφεύοντας τις πληγωμένες υπάρξεις. Πώς να μην αγαπάς λοιπόν αυτή τη γυναίκα, κόρη του Χάους και του Ερέβους;

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Σιωπή...


Πολλές φορές σκέφτηκα πως πρέπει τη χαμένη μου υποταγή να ξαναβρω. Γιατί αν δεν τη βρω θα συνθλιβώ και μάλιστα με τον πιο άχαρο τρόπο. Η μόνη μου κινητήρια δύναμη, που στολίζει το άψυχο κορμί μου, θα σκορπίσει σαν σκόνη και τότε δεν θα μπορώ ούτε το ομοίωμα του εφάνταστου εαυτού μου να παραστήσω γιατί δεν θα θυμάμαι ούτε το απείκασμά του.
Είχα μάθει να ακούω, και να υπακούω. Και λειτουργούσα άρτια, παρά τον συνεχή εσωτερικό θόρυβο που δυσχέραινε το έργο μου. Άντεχα και τους δυο ήχους και επέλεγα κάθε φορά ποιον θα βαφτίσω θόρυβο. Ο ένας ήταν διαχειρίσιμος, ο άλλος λίγο λιγότερο αλλά και οι δυο παρόντες, δρώντες εν αγαστή συνεργασία. Ώσπου ο ένας δυνάμωσε και έσβησε τον άλλο, όπως γίνεται στη ζούγκλα όπου το πιο δυνατό ζώο επιβάλλεται στο πιο μικρό. Και η σημασία του μίκρυνε, έγινε διάφανη και με διαπερνούσε χωρίς να τη νιώθω,χωρίς να μ' ακουμπά. Τότε ο άλλος ήχος πανηγύρισε το θρίαμβό του με μία εκκωφαντική κραυγή που ακούστηκε ως τα πέρατα του νεοκατακτηθέντος βασιλείου και έκανε ακόμα και το θρόισμα των φύλλων να μοιάζει με ένα απόκοσμο, σαρδόνιο γέλιο από το οποίο δεν ξέφευγε κανείς. Και έπειτα σταμάτησε. Με τον ίδιο τρόπο που σκορπίστηκε ανάμεσα στις εκστατικές πνοές που κατοικούν το βασίλειο, έτσι σταμάτησε. Μόνο που τίποτα δεν ξεκίνησε να κινείται. Όλα παρέμεναν νωχελικά, μουδιασμένα, νεκροφανή. Περίμεναν το νέο σύνθημα που θα τους εμφυσήσει την καθάρια πνοή της αναγέννησης ή του οριστικού θανάτου. Μόνο που εκείνο το απόκοσμο άκουσμα αργούσε. Ίσως και να μην ξαναηχούσε ποτέ. Αλλά η σιωπή ούρλιαζε πιο τρομακτικά από ποτέ. Μετέφερε την ανάμνηση του μηνύματος απ' άκρη σ' άκρη. Κι η ανάμνηση ήταν απύθμενα πιο οδυνηρή. Με τι δύναμη να κινηθείς, σε ποιον ήχο να υπακούσεις τη στιγμή που χάθηκαν τα πάντα; Και αν η ένταση της κραυγής συνέτριψε τα αυτιά σου και δεν μπορέσεις να ακούσεις ποτέ; Πώς θα αντέξεις τούτο το τίμημα της σιωπής που φαντάζει αιώνιο; Απλά ξαναγεννήθηκες...

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Η μετάβαση...ένας μήνας μετά

Η μελαγχολία είναι η αρχή της ευτυχίας μου, γενέτειρα όλων των προσδοκιών μου, μητέρα των σκοπών μου, στήριγμα για το στέμμα μου...
Και όταν θα με καταλάβεις θα με κηρύξεις έκπτωτη απ' το ίδιο μου το βασίλειο, με αυτή σου την κατανόηση θα συνθλίψεις το χρυσό μου θρόνο και θα με πετάξεις στα πιο βρώμικα και αηδιαστικά κελιά της πνευματικής ένδειας, γιατί ίδια θα 'μαι μ' όλους αυτούς. Ίσως πάντοτε ήμουν και πάντοτε θα 'μαι. Και το χάρτινο τότε στέμμα μου θα υποκύψει στην αιώνια βροχή κι ίσως και εγώ η ίδια το ξεσκίσω με τα ίδια μου τα χέρια για να επιβιώσω έστω για μια ακόμη μέρα. Γιατί το βάρος του είναι ανελέητο όσο σέρνεται κανείς σ' ένα κατεστραμένο κόσμο και δεν αντέχεται όταν πέφτεις απ' το θρόνο.
Ο θρόνος έχει δύναμη και ο βασιλιάς του την αφήνει έκδηλη μπρος τα μάτια απροετοίμαστων υπάρξεων. Και όμως πολλοί δεν τη βλέπουν, ούτε καν το θρόνο. Ίσως το φως αν μπορούσε να φτάσει στα σφαλιστά τους μάτια να τους έδειχνε αυτή τη δύναμη. Αλλά τι θα ήταν ένας βασιλιάς δίχως τη θλίψη του; Η ακυβερνησία τον λυτρώνει. Είναι δυνατόν; Κι όμως. Κι όλοι αυτοί που ζητούν επίμονα την κατανόηση δεν είναι άξιοι να λέγονται βασιλιάδες. Επιβάλλουν μαρτύρια τα οποία δεν αντέχουν οι ίδιοι και ζουν με μία αποτρόπαιη προσμονή που μόνο αηδία δημιουργεί. Και έπειτα δοξάζονται, δικαιώνονται από μία απόκοσμη δικαιοσύνη. Λες και στο βασίλειο των νεκρών ισχύουν οι ίδιοι ανθρώπινοι νόμοι. Και τότε έκπτωτος από δυο βασίλεια, άξιος της κακόφερνης τύχης σου συντρίβεσαι. Επειδή δεν το κανες απ' την αρχή. Και πάλι τυχερός είσαι. Ίσως κατάλαβες έστω και φευγαλέα τη θέση σου, ίσως είδες το υπέρτατο φως μια και καλή χωρίς την πρώιμη μετάβαση που για σένα φάνταζε λίγη. Δέξου λοιπόν έστω και την τελευταία γένεσή σου με φως και ζήσε γι αυτούς που δεν θα τα καταφέρουν ποτέ.