Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Ξέθωρες πνοές

Συντετριμμένο στέμμα εμπρός μου,
αόρατη υπόσχεση που εκρατήθη
τα όνειρα μπορεί να ξεγελούν
αλλά οι εφιάλτες κρατούν το λόγο τους.
Μια πνοή πια βγαίνει από το στόμα μου
και αυτήν ο καθρέφτης μου την επιστρέφει πίσω,
ξέθωρη όπως ακριβώς την έστειλα.
Πάνε οι δυο κι οι τρεις φωνές που ζούσαν εντός μου
Καμιά φορά τις ακούω από μακρυά όταν πλαγιάζω αλλά ως εκεί. 
Δεν πλησιάζουν πια. 
Ετράνεψε πολύ η σιωπή, τόσο που έπνιξε τις φωνές και τις χίμαιρες.
Κι απλώθηκε μια τέτοια ψυχική άπνοια
λες και μεταβιβάστηκε όλη η ζωή στα όνειρα, 
για να αντισταθμίσει το νεκρικό ξύπνημα.
Και άμα χάνονται τα λόγια κι από κει
δεν τα βαφτίζω τελειωμένα,
μέχρις ότου ένα ξύπνημα να ρθει
και μετά να ξυπνήσω με τις γνώριμες πνοές εντός μου.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Παιχνίδια με το χρόνο


Άλλοτε νωχελικά και άλλοτε εσπευσμένα 
σπρώχνω τις μέρες να περνούν
ψάχνοντας εκείνη που κάπως θα ομοιάζει
σε κείνες που ζούνε μέσα στο μυαλό μου.
Και καμιά φορά λαχταρώ τόσο να σπρώξω την ώρα 
που αναπαράγω γύρω μου τις ίδιες ιστορίες.
Η αλλοτινή θεότητα της μνήμης τώρα να πέφτει σε αντιφάσεις.
Κι είναι εκείνες οι στιγμές που το ρολόι αρχίζει να γελά μαζί μου
πιο πολύ από ποτέ.
Τότε που κολλούν οι μέρες στο ημερολόγιο και πέφτουν πολλές μαζί, όταν πια ξεραίνονται σα φθινοπωρινά φύλλα δίχως συναισθηματική υγρασία.
Και τα κομμάτια που πέφτουν δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους, 
ούτε η κατά κόσμον αρίθμηση τα ξεχώριζε άλλωστε.
Και να που με πρόδωσε πάλι η άτιμη η μνήμη!
Σκληρό το παιχνίδι της αξιολόγησης που παίζει.
Φυλακίζει στιγμιαίες λάμψεις και σκοτίζει ότι μέχρι πρότινος φαινόταν σημαντικό.
Καταραμένη εξουσία! Βάναυση! Λυτρωτική;
Όσο λυτρωτικό και το να περνάς από τη γωνία Ισμήνης και Καλαβρύτων...

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Στον ήλιο

Βιάστηκα να σε θρηνήσω ήλιε μου,
που θα κανα χρόνια να σ' ανταμώσω σαν θα φευγα.
Το χα σίγουρο η ανόητη.
Μα σαν η παγωνιά της μοναξιάς - που ενυπάρχει παρά την παρουσία- μου πάγωσε όλη την ύπαρξη, αδυνατούσα να διαφυλάξω ακέραια τα λογικά μου.
Μεταβίβαζα τον αποχαιρετισμό.
Όχι πως ο δικός σου μου ήταν εύκολος -προς θεού.
Μόνο εγώ ξέρω πόσο πάλεψα με την ιδέα πως θα σε χάσω.
Καημένε μου Δον Κιχώτη πόσο σε πλησίασα∙
σε αδυσώπητους λαβυρίνθους σε ρίχνει το καταραμένο το μυαλό σαν αρχίζει να σε παίζει.
Κι είναι αυτή η εκούσια μεταβίβαση που σε στέλνει βορά, έτοιμη να σε κατασπαράξει το πιο αιμοσταγές θηρίο.
Κι είναι αυτός ο ορισμός της υπεράνθρωπης αγάπης∙ 
να ταίζεις τον άλλο με χυμούς και αρώματα της σάρκας σου που με τα ίδια σου τα χέρια ξεριζώνεις κομμάτι κομμάτι για να προσφέρεις.
Τι αφελές για πολλούς.
Ποιος ποτέ του διδάχτηκε να αψηφά τα ένστικτα επιβίωσης για κάποιον άλλο;
Αλίμονο σε αυτούς που ξεγελούν πως διδάσκουν τη ζωή, ενώ μας μαθαίνουν τη ζωή τους. 

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Δοκιμές


Άναψε τα μεγάλα φώτα, που φωτίζουν μόνο το κέντρο της σκηνής.
Έστησε τα έπιπλα και ντύθηκε.
Τα λόγια τα ξερε απ’ έξω και ανακατωτά, και τα δικά του και τα δικά της∙ τα ύφαινε μόνη της όλον αυτό τον καιρό.
Δεν ήξερε ποια απ’ όλα θα επέλεγε αλλά τα χε προβάρει όλα τόσες φορές...
Άσκοπα βέβαια.
Ήταν πιότερο μουγγή παρά φιμωμένη.
Και έκατσε στο κέντρο και περίμενε, και το κερί έλιωνε και οι ώρες πέρναγαν.
Ώσπου νύχτωσε τόσο βαθιά- όπως χτες και προχτές.
Κι εκείνη σηκώθηκε, έσβησε τα φώτα κι έφυγε.
Γιατί αυτός δε γνωρίζει αυτές τις πρόβες.
Τις δοκιμές του άλγους που σκηνοθετούσε κάθε βράδυ.
Και γύρισε σπίτι, να νανουρίσει τους λυγμούς της που κοιμούνται κάθε βράδυ στο μαξιλάρι της. 
Και εκείνος δεν θα ρθει.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Παράσιτα

Αναλώνεστε, σπαταλείστε, αφανώς πεθαίνετε και θέλετε και οίκτο; 
Κι έπειτα πάλι διαιωνίζεστε κι είστε πάντα οι ίδιοι και οι ίδιοι. 
Και πετάτε χαλικάκια πίσω από τον τοίχο της μοναχικής ύπαρξής σας για να βρείτε λίγη παρηγοριά, έτσι ώστε αν δεν σας ακολουθήσει κανείς τουλάχιστον να χετε συντροφιά το ξεθώριασμα του ήχου στο πέρας του χρόνου. 
Και όμως σας ακολουθούν κι άλλοι, πετώντας τα δικά τους χαλίκια, παράγοντας τους δικούς τους ήχους κι έτσι ζεσταίνεται το μέσα τους αφού νομίζουν πως ενώνουν τις ψυχές τους. Μα ποτέ δεν ξεπερνούν οι ίδιοι τον τοίχο που χουν μπροστά τους και ας περνά πότε πότε κανα χαλίκι και καμιά κουβέντα στην αντίπερα μεριά. 
Και τότε ζητούν τον οίκτο από αυτούς που βρίσκονται πάνω από τον τοίχο και τους κοιτούν αφιλτράριστα. Και τους ζητούν να μη τους φερθούν ως κατώτερους, λες και εκείνοι ξεδιάντροπα δεν ισοπεδώνουν όποιο μυρμήγκι βρεθεί μπροστά στο πόδι τους. Αλλά αν ήξεραν πως μοιάζουν κι εκείνοι έτσι σα μαύρες κουκκίδες μπορεί να μη φέρνονταν έτσι. Μα δεν είναι καιρός για υποθέσεις. Ποτέ δεν πρέπει να ναι. 
Ατελέσφορη η ύστερη γνώση μιας παρασιτικής ζωής.

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Γι αυτούς που βλέπουν όνειρα..


Να χα λίγη εξουσία να σε εμπόδιζα, αιώνιε κινηματογραφιστή μου, απ’ το να κάνεις τους φόβους μου εικόνες. Μα οι άλλοι σε νιώθουν σημαντικό και σε βαφτίζουν υποσυνείδητο.

Να χα λίγη δύναμη να σε επέκτεινα ησυχαστήριο των παφλασμών μου και κατευναστή της τρικυμίας, μα λίγες σου μόνο ώρες αντιστοιχούν και σε μένα, ω γλυκιέ μου ύπνε.
Να χα το θάρρος να σε άλλαζα τρεμάμενη ψυχή μου, μα πρόλαβες και συνήθισες τις ξένες διδασκαλίες κι έγινες χαρακτήρας μου.

Να χωρούσατε στο κεφάλι μου, μικρές μου λέξεις και να μη με πιέζατε να σας βάλω σε χαρτί. Και όταν τα ποτάμια σας φουσκώναν και ξεχείλιζαν να μην κρυβόσασταν η μια μες την άλλη.

Και ας είχαν κάποιες από σας έναν ήχο, για να ήξερα πότε τελειώνετε και πότε παραιτείστε. Πότε ο οίκτος σας γίνεται τραγούδι και όχι ύπουλος ψίθυρος μες τη νύχτα.

Άραγε θα ονειρευτώ απόψε;

Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Ντύσου ψυχή μου


Κι έραβα μήνες το ρούχο μου,
αυτό που συντροφιά μου θα χω όλο το χειμώνα.
Προνόησα εφέτος∙ όσο μπορεί κανείς.
Κανείς που υφαίνει ύφασμα με κλωστές τραβηγμένες
 απ’ τις χορδές της ψυχής του.
Και το κανα τόσο μεγάλο που το σπίτι μίκρυνε.
Και γω δε χώραγα πια και βγήκα έξω.
Να τινάξω τις κλωστές από πάνω μου.
Και πια τι προσδοκώ δεν ξέρω.
Ετράνεψε πολύν ο πόθος, τόσο που μεινε αμετάφραστος.
Και την πορεία του μόνο τ’ όνειρο πότε πότε δείχνει.
Μόνο τ’ άνοιγμα της ψυχής βλέπω πια με διαύγεια, όλο και πιο πολύ∙
μοιάζειν λίγο ώριμο,
μα και λίγο απάνθρωπο, πρώιμο όπως όλα της τα καμώματα.
Και τα ψυθιρίσματα πια το αφτί της δε γαργαλούν.
Απόκαμε από κουβέντες κι υποψίες.
Κι έτσι όπως ξαποσταίνει δεν κοιτάει∙
παρά μόνο εισπνέει την πληθωρικότητα του κόσμου
και τις μυρωδιές μεταφρασμένων αναμνήσεων.
Και αυτό γιατί το αμετάφραστο είναι για δυο.
Κι αυτή απόμεινε πάλι μόνη.