Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Σχεδόν γκροτέσκο


Εργατοπατέρες του ορθολογισμού χαθείτε από μπροστά μου!
Τα ξέρω τα κηρύγματά σας. Δε θυμάστε; Εγώ είμαι ο πρώτος που τα κορόιδευα.
Μα σαν με δείτε για λίγο να σιωπώ, πλήθος γίνεστε και ξεπαγώνετε ακόμα και οι ακίνητοι, οι μαρμαρωμένοι που κάποτε δεν είχατ’ ούτε βλέμμα.
Εκεί στις πλατείες που σας αρέσει να μαζεύεστε, υψώνετε τα προστάγματα και τις συμβουλές σας και περιμένετε να βρουν το στόχο τους.
Μα που να ξέρατε ότι τα λόγια σας είναι απλός κρότος και τίποτα παραπάνω..
Μια στιγμή κρατάνε και μπορεί να παρασέρνουν μερικά φύλλα στο διάβα τους, όμως τα πουλιά πετούν, σηκώνονται και φεύγουν.
Κι έτσι μένετε μόνοι εσείς και τα κελεύσματά σας, σε μια ρημαγμένη ερημιά, κοιτιέστε αναμετάξυ σας, δήθεν για ανασυγκρότηση. Κι όσο πιο ψηλά πετούν τα πουλιά, τόσο πιο μικροί και τιποτένιοι φαινόσαστε, γι’ αυτό στέκεστε ο ένας κοντά στον άλλο, γιατί μόνοι σας χάνεστε και δε σας αρέσει αυτό. Έχετε ζήσει στην ακινησία και την αφάνεια και τώρα προσπαθείτε να βάλετε άλλους στη θέση σας για να ξεπληρώσετε το χρέος της πνοής. 
Γι αυτό καλά μου πουλιά, πετάξτε όσο πιο ψηλά μπορείτε και χαρίστε απλόχερα στις κουκίδες τη μοίρα τους.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Σου μιλάω..τ' ακούς;


Δανεική μου ευτυχία, γιατί μου δείχνεις τα δόντια σαρκασμού σου κάθε μέρα;
Τόσο πολύ σου μοιάζω να αφήνομαι; Και κάθε που στρέφω τη ματιά μου αλλού -τάχα πως ξεχνώ τα χαρακτηριστικά σου-, μου δίνεις τέτοια δαγκωνιά που με δακρύζεις..
Τι ήρθες τότε; Πόνο είχα και πριν.. τι θέλησες ν’ αλλάξεις;
Μην τάχα φοβήθηκες ότι τον συνήθισα και δε μ’ ενοχλούσε τόσο, που τη μορφή του βάλθηκες ν’ αλλάξεις; Τι ανόητη αν έτσι ξεγελάστηκες..
Αλλά θα φύγεις και συ, το ξέρω. Όταν ρουφήξεις όσα μπορείς και πάψω πια να σε θρέφω, θα μ’ εγκαταλείψεις∙ ή θα μετασχηματιστείς, γιατί το πέπλο που ρίχνεις τώρα στους ώμους μου θα χει τριφτεί απ’ το τράνταγμα και τα δάκρυα και θα χει πέσει. Ή σα δεύτερη σάρκα θα ενσωματωθεί απάνω μου για να δείχνει σε όλους το ασθενικό μου σώμα τι κουβαλάει απάνω. Αλλά να ξέρεις πως το καινούριο σου πέπλο δε θα με πονάει τόσο.. όχι στα σημεία που θα χει στεγνώσει πάνω μου το παλιό. Και ίσως κάποτε να μη μ’ αγγίζει τίποτε. Μόνο που δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο θα ναι μακάριο ή κολασμένο..

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Συν ένα


Ατύχησαν τα λόγια μου∙
οι λέξεις μου πνιγήκαν.
Βουτήχτηκαν σε θάλασσες πληθωρισμού,
κει που οι λέξεις πια πεταχτήκαν
καθώς πλήθος έγιναν.
Κι έτσι τα λόγια μου πια δεν ακούγονται, 
γιατί τα καλύπτει ο θόρυβος των γύρω φωνών.
Ατύχησα να μαι στην εποχή του συν ένα.
Ακόμη μια φωνή στις πολλές.
Ακόμη ένας ανασφαλής γραφιάς ανάμεσα στους πολλούς.
Ακόμη ένας άτολμος ηθοποιός ανάμεσα στους θεατρίνους.
Ακόμα ένας μουγγός μεταξύ των φιμωμένων.
Ένας αναγνώστης των πολλών∙ που δεν είχαν προλάβει να γίνουν τόσοι.
Και τώρα πια γράφω από συνήθεια. 
Μπας και ακούσω εγώ αυτό που κρύβεται από τη σκέψη.
Μπας και το φυλακίσω όπως κάποτε, που κανείς δε μ’ άκουγε.
Τότε που κανείς δεν είχε φανερώσει την μπροστινή μεριά από το γυάλινο κουτί μου.
Τώρα όσοι περνούν από κει, απλά προσπερνούν με το κεφάλι σκυφτό, μουρμουρίζοντας ο καθένας τα δικά του λόγια.
Και το μόνο που περιμένω είναι να μπορέσω να ξανασκεπάσω το κουτί μου, να μην το βλέπει κανείς.
Μπας και καταφέρω έστω και τον εαυτό μου, με δαύτες τις λέξεις που εκτοξεύονται και ίπτανται, να ζεστάνω.

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Λίγο πριν νυχτώσει

Κι ένιωσε ο καημένος ο μοναχός τυφλός
γιατί στα μάτια του πιο νωρίς ενύχτωσεν∙
σαν ανυπόμονος ο θρήνος σκέπασε, τα γερασμένα βλέφαρά του
και τη νύχτα δεν καρτέρησε για να ρθει.
Και κείνος δεν σηκώθηκε απ’ του βουνού τη θέα
κι ας έφεγγεν ακόμα..
σάμπως και μες το σπίτι νύχτα δε θα ναι;
Γιατί στα σπίτια πιο νωρίς νυχτώνει∙
με μια νύχτα άχρωμη,
που δεν τη γλυκαίνει το τραγούδι του ανέμου
και δεν τη νανουρίζει η μυρουδιά της βρεγμένης γης..
Γι αυτό τα πιο άγρια θηρία είναι αυτά που την ψεύτικη νύχτα αντέχουν
και δεν ζητούν την αληθινή∙
κι έχουν κι εκείνοι σφαλιστά τα μάτια τους,
αλλά δεν μοιάζουν με τους άλλους,
γιατί οι άλλοι που φέρουν τη θεία τύφλωση ενώνουν την πνοή τους με τη γη,
ενώ οι άλλοι, εκείνα τα τέρατα κυνηγιούνται μέσα στους τοίχους που σιωπούν και μια μέρα θα τους θάψουν.

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Για τους σύγχρονους κήρυκες

Κι είναι παντού όπου κοιτάξεις γύρω σου.
Και πιο πολλοί φαντάζουν, όσο ζεις κοντά τους.
Είναι οι συνεχιστές της παρωδίας, οι κήρυκες θανάτου.
Οι δράστες της ολοένα και αυξανόμενης παρακμής, εισπνεόμενοι την αποσύνθεση∙
τα τρωκτικά της σήψης που ροκανίζουν τυφλά ό,τι έχουν γύρω τους, εξασφαλίζοντας μικρές σπιθαμές για να επεκτείνουν το βρωμερό κουτί τους. Και δίνουν τη σκυτάλη στους επόμενους, σε αυτούς που θα τους διαδεχτούν, τους μελλοντικούς ομοίους τους.
Αλλά με τόση παραμονή στο σκοτάδι και έχοντας ποτιστεί με κάθε δηλητήριο, έχουν χάσει παντελώς τις αισθήσεις τους και δεν ξεχωρίζουν τα ανόμοια. Κι όσους δεν κινούνται από νωρίς στους ρυθμούς τους, τους λογίζουν για αδύναμους και επιστρατεύουν κάθε τεχνική εκμαυλισμού. Έργον θεάρεστον το βαφτίζουν οι ίδιοι! Την παθητική προσκόλληση στο όμοιο, το πεπερασμένο, το ανομολόγητα ευτελές.
Σα να ρυθμίζουν σε μια και μόνο χρονική στιγμή τους παλμούς της καρδιάς τους. Και όσες δεν συντονίζονται παραμερίζονται για αδύναμες. Γιατί δεν υπάρχει ούτε σαν υποψία στο μυαλό τους η σκέψη πως μια και μόνη καρδιά, μπορεί να ξεπεράσει και να συνθλίψει με τη δύναμη και την αντοχή της 100 δικές τους. Επικίνδυνη σκέψη άλλωστε. Υποσκάπτει τα θεμέλια του σηψαιμικού συστήματος. Αλλά δεν υπάρχουν λόγια να συνθέσουν ένα κοινό κώδικα ομιλίας. Γιατί η γραμμική λογική που ορίζει τα πράγματα, δεν βρίσκει μπροστά της ούτε την ηχηρή σιωπή, ούτε την αγωνιώδη κραυγή, την προαναγγέλουσα τον θάνατον. Έτσι απομονωμένη από τους «θορύβους» δεν κοιτά αριστερά-δεξιά, ψηλά-χαμηλά (όπου την ορίζει κανείς)∙ μόνο συνεχίζει την πορεία της και τίποτα δεν την εμποδίζει. Άλλωστε η δύναμη που έχει συγκεντρώσει λόγω της συσπείρωσης των τρωκτικών είναι τόσο σαρωτική, που μπορεί να καταστρέψει τα πάντα στο πέρασμά της, παρά την εξευτελιστικά αργή της ταχύτητα. Και απλά οι μόνες δίοδοι για τους έχοντες προβλήματα συντονισμού, είναι ή να ύπτασαι ή να σέρνεσαι. Και όσο μεγάλη και αν φαίνεται η απόσταση μεταξύ των δύο, δεν διαφέρουν τελικά και τόσο.

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

μαθήματα δύναμης και αδυναμίας

Κι είναι η υποταγή ωραίο πράγμα να τη συντρίβεις,
κι άλλη αίγλη αποκτά στα γυναικεία χέρια∙
γιατί αυτά τα μικρά -κατά ψευδαίσθησιν- ανδρείκελα γίνονται ωραία στην όψη, όταν κατακτούν το πονηρό μειδίασμα που σημαίνει την αρχή του σπασίματος κάθε συμβατικής φόρμας.
Αλλά η δύναμη δεν παρουσιάζεται μόνο τότε∙
υπάρχει ακόμα και πίσω απ΄τα σφαλιστά χείλη που δεν τα βλέπεις όταν χαμογελούν και δεν υποπτεύεσαι πως είσαι δίπλα στην πηγή συντονισμού που προγραμματίζει χωρίς να το ξέρεις τη ζωή και το θάνατό σου.
Γιατί σε ένα τέτοιο γένος αναγνωρίζεις απλά την ύπαρξη μίας μήτρας κι όχι έναν πολυσύνθετο μηχανισμό όπως το εσωτερικό ενός ρολογιού που ρυθμίζει την υπόσταση ενός ολόκληρου γένους.
Και μπορεί όλη αυτή η δύναμη να προέρχεται από την απορρόφηση, όπως λες, σπαταλημένων ανδρικών δυνάμεων και όχι από τη γνήσια παραγωγή τους, το γυναικείο ωστόσο σώμα είναι το πιο δυνατό για τη φιλοξενία και την ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωσή τους. Και αν έστω και λίγο συσπαστεί –σε αντίθεση με το αντρικό το οποίο δέχεται συχνές και ισχυρές συσπάσεις που οδηγούν στην απελευθέρωση δυνάμεων που δεν μπορούν να ενσωματωθούν- έχει τη δυνατότητα να μετασχηματίσει όλη αυτή τη δύναμη προς όφελος του ίδιου. Γιατί η παραγωγή δύναμης κι έπειτα η αποδέσμευσή της ελάχιστη σημασία έχει μπροστά στην παγίδευση και τον επανακαθορισμό της. Κι είναι τούτη η συνειδητοποίηση που προκαλεί τις πιο μεγάλες συσπάσεις. Όταν η τόση δύναμη εξανδραποδίζει το ίδιο το υποκείμενό της.

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Από το βασίλειο των ζωντανών

Σπασμένες γνώσεις, παλιές, απολιθωμένες
δίνουν μια ψευδαίσθηση δύναμης ανενεργής
κι είναι παντού, κείτονται νεκρές θεότητες
ξέθωρες πια..
με τίποτα δεν αναπαριστούν το παλιό τους κάλλος,
αν υπήρξε κιόλας.
Και η μόνη τους επαφή με το σήμερα
είναι τούτη η ώρα που συμπίπτει.
Σήμανε άθελά του η παλιά εκείνη ώρα του θανάτου τους
κι ένας, άνθρωπος στην όψη, βάλθηκε να τις μαζέψει..
Μα δεν υπολόγισε πως στο ακροατήριό του υπήρχαν και νεκροί,
γιατί τους νεκρούς κανείς δεν τους λογαριάζει
και ανέσυρε ελπίδες.
Κι οι μικρές θεότητες υψώθηκαν
σα να μη θάφτηκαν ποτέ,
με κείνη την ποταπή αλαζονεία
που ποτέ δεν γνώριζαν όσο ζούσαν,
γιατί τότε η ζωή τους μόνο με ζωή διάφανων ερπετών
μπορεί να συγκριθεί.
Ω μικρή μου νεκρή θεότητα πότε θα καταλάβεις πως η αξιολύπητη ανάμνησή σου δεν σου ξαναχαρίζει τη ζωή; Αναπαύσου λοιπόν με αξιοπρέπεια.