Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Αναλώσιμες στιγμές

Σφίξε τα δόντια σου ψυχή μου,
τόσο που ο πόνος και η ζάλη να μη σ' αφήνουν να δεις.
Πάψε να κοιτάς τα μελλούμενα, που ναι γνωστά σε σένα.
Μα άμα δεν τα σφίξεις μ' όλη σου τη δύναμη και σιγά κρυφοκοιτάξεις,
γι' άλλη μια φορά την άβυσσο θ' ατενίσεις, μόνο που φοβάμαι πως τώρα σου ναι ποθητή..
Άμα τα σφίξεις όμως δε θα δεις τα κλεμμένα νιάτα σου να απομακρύνονται βουβά και λεηλατημένα,
δε θα δεις αυτό που πλήθος σου δόθηκε, χωρίς να ξέρεις τότε πόσο ακριβά το πλήρωνες και θα το ξεπληρώνεις μια ζωή. Που να ξερες τότε ότι για να νικήσεις το θάνατο, σκότωσες τη ζωή!
Και τώρα σ' αυτήν ξανά γυρνάς,
το χρυσό σου ρούχο μοιάζει ανυπόφορο και πνιγηρό κοντά σε κείνο το κουρέλι που με περίσσεια στοργή προσπαθείς να περισώσεις.
Θα το αγαπούσες άραγε αν δεν το είχες ήδη πετάξει; Τι ευτυχία να μπορείς έστω για λίγο να γυρνάς σε αυτά που αρνήθηκες για χάρη του αιωνίου! Πόση θαλπωρή αγκαλιάζει πλέον την ψυχή μου...

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Για τα πάθη του σώματος...

Όταν πλήθος το σκοτάδι εισχωρεί στο σώμα, τότε ψάχνει απεγνωσμένα τρόπους διαφυγής. Το ποταπό σου σαρκίο, ασήμαντο και στενάχωρο δεν είναι αρκετό για να εγκλωβίσει για πάντα κάτι το αιώνιο και τότε αρχίζουν οι συσπάσεις που σημαίνουν την αρχή της απελευθέρωσης. Όμως καθ' όλη τη διάρκεια εσύ ζεις στην αγωνία, η μόλυνση του σκοταδιού φτάνει και στον εγκέφαλο και κάνει τις στιγμές τις εσωτερικής πρόσκρουσης να μοιάζουν αιώνιες, ατέρμονες, αδυσώπητες. Γιατί στο αιώνιο σκοτάδι δεν υπάρχει χρόνος και οι ψίθυροι του ερέβους γίνονται κραυγές τρόμου και παράκλησης. Κανείς όμως δεν ακούει αυτές τις κραυγές..Μόνο όσοι μιλούν τη γλώσσα της σιωπής..Και στην πιο μεγάλη στιγμή του πόνου, το σκοτάδι εκρήγνυται με τέτοια λύσσα που τρυπάει και κομματιάζει το δύσμοιρο κορμί που άθελά του το φυλάκισε. Και το σώμα τώρα είναι ακίνητο, ψυχρό και από τις τρύπες δε βγαίνει αίμα αλλά φως, πιο ισχυρό και από κραυγή. Φως που πληγώνει τις απροετοίμαστες ματιές που προσελκύει..Φως που υπνωτίζει τις σιωπηλές υπάρξεις..
Ποια θέση ταιριάζει καλύτερα σ' ένα τέτοιο σώμα από το βωμό;

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Χρέος;


Δόκιμη αστέρων κλήθηκα,
σε καιρούς άκαιρους, δίχως αρχή και τέλος
σε εποχές που δεν έρχονται για όλους
να ζω και να υπηρετώ.
Μου παν πως πρέπει να φωτίζω, όσους λίγο ψηλά το κεφάλι ανασηκώνουν.
Μου παν να δίνω βλέμμα στα ορθωμένα άψυχα μάτια που κοιτούν ψηλά.
Ευχαρίστησα μακάρια και έπειτα αρνήθηκα.
Αλλά όπως και οι εποχές και οι καιροί, έτσι και η άρνηση ήταν άλλη μια άυλη οντότητα, ανεκπλήρωτη και ανύπαρκτη. Μετονομασία άλλων λέξεων πιο οδυνηρών που το άκουσμα τους προκαλεί φρίκη και αποστροφή και σε με την ίδια.
-Σου υπολείπεται πολλή και όμορφη δουλειά να πραγματώσεις.
-Και αν δεν θέλω;
-Και αν δεν γνώριζες τη λέξη θέλω; Αν και αυτή έμενε στωικά στο μέρος των λέξεων που δεν ανακαλύφθηκαν ποτέ και άσκοπα μένουν αχρησιμοποίητες σε ένα άστοργο για σε σκοτάδι;
-Με το να μου κρύβεις τις λέξεις νομίζεις θα με οπλίσεις με την πιο απάνθρωπη υπομονή; Και αν την κατακτήσω τι θα καταλάβω; Αν ήθελες να με φέρεις εδώ γιατί γεννήθηκα εκεί κάτω;
-Γιατί κανείς δε γεννιέται εδώ πάνω, αλλά αυτοί που κοιτούν ψηλά μπορούν και έρχονται και φέρνουν κι άλλους.
-Τι ανώφελο χρέος! Και τώρα ήρθε η δική μου σειρά να ρωτήσω: και αν δεν υπήρχε το ψηλά; Αν έσβηνε και αυτό και χανόταν στο ίδιο σκοτάδι της θέλησης;
-Τότε θα ξαναγεννιόταν. Και ίσως με πιο βάναυσο τρόπο από πριν και τότε αυτό που εσύ ορίζεις ως πόνο θα έπρεπε να συνθλιβεί και τη θέση του θα έπαιρναν άλλα αποτρόπαια ακούσματα συνώνυμα του χάους και της τρέλλας. Άλλωστε πόσο δύσκολο μπορεί να ναι ένα τέτοιο χρέος για ένα γένος τόσο πλουσιοπάροχα προικισμένο για οδύνη; Μην εκπλαγείς λοιπόν όταν αντιληφθείς με πόση μακαριότητα και ευδαιμονία τούτη η οδύνη σε πλημμυρίσει.

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Δεκανίκια


Σήμανε η ώρα που η γραφή δεν φτάνει.
Που οι λέξεις τέλειωσαν, εξαντλήθηκαν.
Μα πότε πρόλαβα να τις ξοδέψω όλες; Τι σπάταλη...
πόσο αχόρταγη φάνηκα, με άσκοπη τόλμη, ξοδεμένη δεξιά και αριστερά, ανυπότακτα..
Δύναμη αδύναμη, ανέτοιμη να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε απειλή...
προς τί η τόση διαθεσιμότητά της;
κι η χειραγώγηση η πιο σκληρή διαδικασία. Αλλά πώς χειραγωγείται κάτι που τελείωσε;
Αποδυναμωμένα μέσα στέκουν σα φθαρμένα δεκανίκια, έτοιμα να σπάσουν, προδίνοντας έτσι τα δειλά μου βήματα...
Έπρεπε να τα πετάξω πριν με ρίξουν. Και αντ' αυτού πέταξα το στέμμα γιατί νόμιζα πως το βάρος του επιβάρυνε τη δουλειά τους.
 Ω μα πόσο ανόητη φάνηκα..Δύσβατη φύση, πόσοι την τιθάσευσαν; Ή αλλιώς πόσοι την ξερίζωσαν; Όχι για να βρουν μια άλλη, αλλά από φόβο να την καλλιεργήσουν.
Ωραία ψευδαίσθηση να νομίζεις πως εσύ την καλλιεργείς έτσι δεν είναι;
Άλλο ένα φθαρμένο δεκανίκι...

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Γελάς Θεέ μου;


Θεέ μου γελάς όταν πονάω;
Σε νανουρίζουν γλυκά τα αναφιλητά μου;
Νομίζεις υποφέρω όταν τεντώνεις το σκοινί της μοίρας μου;

Ω Θεέ, εγώ γελώ μαζί σου!
Κάθε που νομίζεις με συντρίβεις,
εγώ γελώ πιο δυνατά από σένα..
Γιατί τι θα γίνεις Θεέ μου, αν εγώ χαθώ;
Εσύ μπορείς να με σκοτώσεις μια φορά,
ενώ εγώ σε σκοτώνω κάθε μέρα!
Γελάς ακόμα Θεέ μου;

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Η ζωή σαν γλυπτό...


Και ήρθε η στιγμή της αποκάλυψης.
Και το γλυπτό φανέρωσε τον εαυτό του στον κόσμο.
Τα αποτελέσματα ήταν αναμενόμενα.
Ο κόσμος θαμπώθηκε.
Όλοι θαύμαζαν το γλυπτό, τώρα πια όχι μόνο για την ομορφιά του.
Οι εκτιμητές πολλοί και διάφοροι.
Έκαναν το γλυπτό να λάμπει από περηφάνια.
Όμως ξαφνικά ένας ένας εξαφανίζονταν.
Ακόμα και αυτοί που νόμιζε πως ήρθαν πολύ κοντά για να το κατακτήσουν, χάνονταν μες τη νύχτα
Και το γλυπτό έμεινε πιο μόνο από ποτέ,
να παρατηρεί τις σκιές που έσβηναν μες το σκοτάδι.
Όχι δεν περίμενε αυτή την αντίδραση.
Οι ανθρώπινες πνοές που πλησίασαν το γλυπτό το έκαναν ευάλωτο,
Ξέμαθε να μη ζητάει, ξέχασε να μην περιμένει..
Και τώρα η βροχή που το χτυπά, πέφτει σα μολύβι επάνω του, τρυπώντας του όλο το σώμα..
το άψυχο πλέον.
Και τότε το γλυπτό ξανασκεπάστηκε και έκλαψε πικρά.
Γιατί δεν ήθελε να ναι πια γλυπτό, που το βάρος του δεν το αντέχει κανείς.
Ήθελε να ξανανιώσει εκείνη την πνοή, που έκανε όλο του το κορμί να τινάζεται σα να το χτυπά ηλεκτρικό ρεύμα.
Αλλά δεν ήξερε αν του επιτρεπόταν και έτσι σιώπησε..
«Δεν θα ξανασηκώσω το σεντόνι από πάνω μου, είπε, μέχρι κάποιος που να το επιθυμεί πραγματικά, μου εμφυσήσει την καθάρια πνοή της αναγέννησης που τόσο λαχταρώ». Κι έτσι έκανε...

Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

Συνομιλία με έναν άγγελο...

Άγγελος: Πώς βρέθηκες εδώ πάνω;
Άνθρωπος: Μη με μαρτυρήσεις.
Άγγ: Πώς ήρθες; Είναι επικίνδυνα, γύρνα πίσω αμέσως.
Άνθρ: Κρύβομαι, μόλις ξεκουραστώ θα φύγω.
Άγγ: Εδώ ήρθες να κρυφτείς; Με τέτοιο φως από ποιον νομίζεις πως μπορείς να κρυφτείς;
Άνθρ: Δεν κοιτάνε όλοι στο φως φοβούνται.
Άγγ: Εσύ δεν φοβάσαι;
Άνθρ: Όχι.
Άγγ: Και αν πέσεις;
Άνθρ: Αν πέσω σημαίνει πως πρώιμα ανέβηκα και τούτη η πτώση θα γίνει ο οδηγός μου για μια νέα, πιο καθάρια ανάβαση.
Άγγ: Γενναία λόγια για το είδος σου. Τι προσδοκάς απ’ τη ζωή σου;
Άνθρ: Δεν μπορώ να ξέρω.
Άγγ: Μήπως ζητάς να δεις τον πατέρα;
Άνθρ: Όχι, όχι ακόμα.
Άγγ: Άνθρωπε αυτά είναι επικίνδυνα λόγια, πρόσεχε! Γιατί να ζητάς κάτι τέτοιο; Ποιο κρίμα μπορεί να ναι τόσο βαρύ που να οπλίζει με τέτοιο θάρρος την ελπιδοφορτωμένη σου ψυχή;
Άνθρ: Δεν έχω ελπίδες, ούτε προσδοκίες, γι’ αυτό κρύβομαι. Δεν έχω θέαμα να προσφέρω.
Άγγ: Αυτό ζητούν από σένα;
Άνθρ: Καμιά φορά..
Άγγ: Εδώ δεν θα βρεις τίποτα που να μπορείς να τους προσφέρεις. Δεν θα σε πιστέψουν, θα σε περάσουν για τρελό.
Άνθρ: Σάμπως δεν το κάνουν ήδη..
Άγγ: Μη λυπάσαι, δεν αρμόζει στην ευγενική γενειά σου. Νιώθω τη θλίψη σου. Αλλά πρέπει να σε προστατέψω. Φύγε από δω όσο πιο γρήγορα μπορείς, πριν έρθει εκείνος και σε βρει. Κινδυνεύεις!
Άνθρ: Γιατί θες να με προστατέψεις; Χαμένη υπόθεση είμαι..
Άγγ: Καθόλου, και υπάρξεις σαν και σένα χρειάζονται εκεί κάτω. Για να μένει ανοιχτή η χαραμάδα που χωρίζει τους κόσμους μας.
Άνθρ: Τι κι αν χαθώ; Ποιος θα προσέξει την απουσία μου; Ίσως είναι καλύτερο να κλείσει μια και καλή η πόρτα του φωτός..
Άγγ: Αλίμονο! Μη λες αυτά τα λόγια, αφού δεν τα πιστεύεις. Χάρη σε σένα μπορούν οι φωτεινές αχτίνες να αγκαλιάσουν τον τόπο σου και τις πονεμένες υπάρξεις. Θ’ άντεχες να τους το στερήσεις αυτό;
Άνθρ: Όχι.
Άγγ: Τότε φύγε πριν είναι αργά. Δεν είναι θυσία, είναι αρετή.
Άνθρ: Θα φύγω, αλλά θα ξανάρθω.
Άγγ: Όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ να τιθασεύσω την αχόρταγη ψυχή σου. Θα σε περιμένω..
Άνθρ: Αντίο..