Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

μαθήματα δύναμης και αδυναμίας

Κι είναι η υποταγή ωραίο πράγμα να τη συντρίβεις,
κι άλλη αίγλη αποκτά στα γυναικεία χέρια∙
γιατί αυτά τα μικρά -κατά ψευδαίσθησιν- ανδρείκελα γίνονται ωραία στην όψη, όταν κατακτούν το πονηρό μειδίασμα που σημαίνει την αρχή του σπασίματος κάθε συμβατικής φόρμας.
Αλλά η δύναμη δεν παρουσιάζεται μόνο τότε∙
υπάρχει ακόμα και πίσω απ΄τα σφαλιστά χείλη που δεν τα βλέπεις όταν χαμογελούν και δεν υποπτεύεσαι πως είσαι δίπλα στην πηγή συντονισμού που προγραμματίζει χωρίς να το ξέρεις τη ζωή και το θάνατό σου.
Γιατί σε ένα τέτοιο γένος αναγνωρίζεις απλά την ύπαρξη μίας μήτρας κι όχι έναν πολυσύνθετο μηχανισμό όπως το εσωτερικό ενός ρολογιού που ρυθμίζει την υπόσταση ενός ολόκληρου γένους.
Και μπορεί όλη αυτή η δύναμη να προέρχεται από την απορρόφηση, όπως λες, σπαταλημένων ανδρικών δυνάμεων και όχι από τη γνήσια παραγωγή τους, το γυναικείο ωστόσο σώμα είναι το πιο δυνατό για τη φιλοξενία και την ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωσή τους. Και αν έστω και λίγο συσπαστεί –σε αντίθεση με το αντρικό το οποίο δέχεται συχνές και ισχυρές συσπάσεις που οδηγούν στην απελευθέρωση δυνάμεων που δεν μπορούν να ενσωματωθούν- έχει τη δυνατότητα να μετασχηματίσει όλη αυτή τη δύναμη προς όφελος του ίδιου. Γιατί η παραγωγή δύναμης κι έπειτα η αποδέσμευσή της ελάχιστη σημασία έχει μπροστά στην παγίδευση και τον επανακαθορισμό της. Κι είναι τούτη η συνειδητοποίηση που προκαλεί τις πιο μεγάλες συσπάσεις. Όταν η τόση δύναμη εξανδραποδίζει το ίδιο το υποκείμενό της.

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Από το βασίλειο των ζωντανών

Σπασμένες γνώσεις, παλιές, απολιθωμένες
δίνουν μια ψευδαίσθηση δύναμης ανενεργής
κι είναι παντού, κείτονται νεκρές θεότητες
ξέθωρες πια..
με τίποτα δεν αναπαριστούν το παλιό τους κάλλος,
αν υπήρξε κιόλας.
Και η μόνη τους επαφή με το σήμερα
είναι τούτη η ώρα που συμπίπτει.
Σήμανε άθελά του η παλιά εκείνη ώρα του θανάτου τους
κι ένας, άνθρωπος στην όψη, βάλθηκε να τις μαζέψει..
Μα δεν υπολόγισε πως στο ακροατήριό του υπήρχαν και νεκροί,
γιατί τους νεκρούς κανείς δεν τους λογαριάζει
και ανέσυρε ελπίδες.
Κι οι μικρές θεότητες υψώθηκαν
σα να μη θάφτηκαν ποτέ,
με κείνη την ποταπή αλαζονεία
που ποτέ δεν γνώριζαν όσο ζούσαν,
γιατί τότε η ζωή τους μόνο με ζωή διάφανων ερπετών
μπορεί να συγκριθεί.
Ω μικρή μου νεκρή θεότητα πότε θα καταλάβεις πως η αξιολύπητη ανάμνησή σου δεν σου ξαναχαρίζει τη ζωή; Αναπαύσου λοιπόν με αξιοπρέπεια.

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Περί των αλυσίδων

Ω καταραμένες προσδοκίες..
Φτηνό το ανδρείκελο που την αξία του αποστρέφεται.
Φορτωμένο με βρωμερές συνήθειες,
για την εξυπηρέτηση των ακούσιων υποσχέσεών του.
Φέρει την τύφλωση του συστήματος και ολημερίς ψεύδεται.
Φωνάζει τη λέξη ελευθερία τόσο που η φωνή του να γίνεται αποτρόπαια και να ξεχνά την αλυσίδα που σφίγγει το λαιμό του και καλείται να προεκτείνει.
Ξορκίζει τον οίκτο των πολλών συχτιρίζοντάς τους για ανημποριά- έτσι κερδίζεται η προέκταση.
Και αν αντιληφθεί πως η μορφή του τους ομοιάζει, κάνει ό,τι μπορεί για να την καταστρέψει.
Κατακερματίζοντας την ελαττωματική του υπόσταση- καλύτερα βρωμερός παρά οικείος.
Και τυφλός ακόμη και για πάντα, τερματίζει τη δικιά του κούρσα νωρίς αφήνοντας παρακαταθήκη την ξεσκισμένη απ' τις πολλές συγκρούσεις σάρκα του και το αίμα που χύνεται τριγύρω, τόσο καυστικό κατατρώει τη στενή αλυσίδα μια για πάντα.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Αναλώσιμες στιγμές

Σφίξε τα δόντια σου ψυχή μου,
τόσο που ο πόνος και η ζάλη να μη σ' αφήνουν να δεις.
Πάψε να κοιτάς τα μελλούμενα, που ναι γνωστά σε σένα.
Μα άμα δεν τα σφίξεις μ' όλη σου τη δύναμη και σιγά κρυφοκοιτάξεις,
γι' άλλη μια φορά την άβυσσο θ' ατενίσεις, μόνο που φοβάμαι πως τώρα σου ναι ποθητή..
Άμα τα σφίξεις όμως δε θα δεις τα κλεμμένα νιάτα σου να απομακρύνονται βουβά και λεηλατημένα,
δε θα δεις αυτό που πλήθος σου δόθηκε, χωρίς να ξέρεις τότε πόσο ακριβά το πλήρωνες και θα το ξεπληρώνεις μια ζωή. Που να ξερες τότε ότι για να νικήσεις το θάνατο, σκότωσες τη ζωή!
Και τώρα σ' αυτήν ξανά γυρνάς,
το χρυσό σου ρούχο μοιάζει ανυπόφορο και πνιγηρό κοντά σε κείνο το κουρέλι που με περίσσεια στοργή προσπαθείς να περισώσεις.
Θα το αγαπούσες άραγε αν δεν το είχες ήδη πετάξει; Τι ευτυχία να μπορείς έστω για λίγο να γυρνάς σε αυτά που αρνήθηκες για χάρη του αιωνίου! Πόση θαλπωρή αγκαλιάζει πλέον την ψυχή μου...

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Για τα πάθη του σώματος...

Όταν πλήθος το σκοτάδι εισχωρεί στο σώμα, τότε ψάχνει απεγνωσμένα τρόπους διαφυγής. Το ποταπό σου σαρκίο, ασήμαντο και στενάχωρο δεν είναι αρκετό για να εγκλωβίσει για πάντα κάτι το αιώνιο και τότε αρχίζουν οι συσπάσεις που σημαίνουν την αρχή της απελευθέρωσης. Όμως καθ' όλη τη διάρκεια εσύ ζεις στην αγωνία, η μόλυνση του σκοταδιού φτάνει και στον εγκέφαλο και κάνει τις στιγμές τις εσωτερικής πρόσκρουσης να μοιάζουν αιώνιες, ατέρμονες, αδυσώπητες. Γιατί στο αιώνιο σκοτάδι δεν υπάρχει χρόνος και οι ψίθυροι του ερέβους γίνονται κραυγές τρόμου και παράκλησης. Κανείς όμως δεν ακούει αυτές τις κραυγές..Μόνο όσοι μιλούν τη γλώσσα της σιωπής..Και στην πιο μεγάλη στιγμή του πόνου, το σκοτάδι εκρήγνυται με τέτοια λύσσα που τρυπάει και κομματιάζει το δύσμοιρο κορμί που άθελά του το φυλάκισε. Και το σώμα τώρα είναι ακίνητο, ψυχρό και από τις τρύπες δε βγαίνει αίμα αλλά φως, πιο ισχυρό και από κραυγή. Φως που πληγώνει τις απροετοίμαστες ματιές που προσελκύει..Φως που υπνωτίζει τις σιωπηλές υπάρξεις..
Ποια θέση ταιριάζει καλύτερα σ' ένα τέτοιο σώμα από το βωμό;

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Χρέος;


Δόκιμη αστέρων κλήθηκα,
σε καιρούς άκαιρους, δίχως αρχή και τέλος
σε εποχές που δεν έρχονται για όλους
να ζω και να υπηρετώ.
Μου παν πως πρέπει να φωτίζω, όσους λίγο ψηλά το κεφάλι ανασηκώνουν.
Μου παν να δίνω βλέμμα στα ορθωμένα άψυχα μάτια που κοιτούν ψηλά.
Ευχαρίστησα μακάρια και έπειτα αρνήθηκα.
Αλλά όπως και οι εποχές και οι καιροί, έτσι και η άρνηση ήταν άλλη μια άυλη οντότητα, ανεκπλήρωτη και ανύπαρκτη. Μετονομασία άλλων λέξεων πιο οδυνηρών που το άκουσμα τους προκαλεί φρίκη και αποστροφή και σε με την ίδια.
-Σου υπολείπεται πολλή και όμορφη δουλειά να πραγματώσεις.
-Και αν δεν θέλω;
-Και αν δεν γνώριζες τη λέξη θέλω; Αν και αυτή έμενε στωικά στο μέρος των λέξεων που δεν ανακαλύφθηκαν ποτέ και άσκοπα μένουν αχρησιμοποίητες σε ένα άστοργο για σε σκοτάδι;
-Με το να μου κρύβεις τις λέξεις νομίζεις θα με οπλίσεις με την πιο απάνθρωπη υπομονή; Και αν την κατακτήσω τι θα καταλάβω; Αν ήθελες να με φέρεις εδώ γιατί γεννήθηκα εκεί κάτω;
-Γιατί κανείς δε γεννιέται εδώ πάνω, αλλά αυτοί που κοιτούν ψηλά μπορούν και έρχονται και φέρνουν κι άλλους.
-Τι ανώφελο χρέος! Και τώρα ήρθε η δική μου σειρά να ρωτήσω: και αν δεν υπήρχε το ψηλά; Αν έσβηνε και αυτό και χανόταν στο ίδιο σκοτάδι της θέλησης;
-Τότε θα ξαναγεννιόταν. Και ίσως με πιο βάναυσο τρόπο από πριν και τότε αυτό που εσύ ορίζεις ως πόνο θα έπρεπε να συνθλιβεί και τη θέση του θα έπαιρναν άλλα αποτρόπαια ακούσματα συνώνυμα του χάους και της τρέλλας. Άλλωστε πόσο δύσκολο μπορεί να ναι ένα τέτοιο χρέος για ένα γένος τόσο πλουσιοπάροχα προικισμένο για οδύνη; Μην εκπλαγείς λοιπόν όταν αντιληφθείς με πόση μακαριότητα και ευδαιμονία τούτη η οδύνη σε πλημμυρίσει.

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Δεκανίκια


Σήμανε η ώρα που η γραφή δεν φτάνει.
Που οι λέξεις τέλειωσαν, εξαντλήθηκαν.
Μα πότε πρόλαβα να τις ξοδέψω όλες; Τι σπάταλη...
πόσο αχόρταγη φάνηκα, με άσκοπη τόλμη, ξοδεμένη δεξιά και αριστερά, ανυπότακτα..
Δύναμη αδύναμη, ανέτοιμη να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε απειλή...
προς τί η τόση διαθεσιμότητά της;
κι η χειραγώγηση η πιο σκληρή διαδικασία. Αλλά πώς χειραγωγείται κάτι που τελείωσε;
Αποδυναμωμένα μέσα στέκουν σα φθαρμένα δεκανίκια, έτοιμα να σπάσουν, προδίνοντας έτσι τα δειλά μου βήματα...
Έπρεπε να τα πετάξω πριν με ρίξουν. Και αντ' αυτού πέταξα το στέμμα γιατί νόμιζα πως το βάρος του επιβάρυνε τη δουλειά τους.
 Ω μα πόσο ανόητη φάνηκα..Δύσβατη φύση, πόσοι την τιθάσευσαν; Ή αλλιώς πόσοι την ξερίζωσαν; Όχι για να βρουν μια άλλη, αλλά από φόβο να την καλλιεργήσουν.
Ωραία ψευδαίσθηση να νομίζεις πως εσύ την καλλιεργείς έτσι δεν είναι;
Άλλο ένα φθαρμένο δεκανίκι...