Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010
Χρέος;
Δόκιμη αστέρων κλήθηκα,
σε καιρούς άκαιρους, δίχως αρχή και τέλος
σε εποχές που δεν έρχονται για όλους
να ζω και να υπηρετώ.
Μου παν πως πρέπει να φωτίζω, όσους λίγο ψηλά το κεφάλι ανασηκώνουν.
Μου παν να δίνω βλέμμα στα ορθωμένα άψυχα μάτια που κοιτούν ψηλά.
Ευχαρίστησα μακάρια και έπειτα αρνήθηκα.
Αλλά όπως και οι εποχές και οι καιροί, έτσι και η άρνηση ήταν άλλη μια άυλη οντότητα, ανεκπλήρωτη και ανύπαρκτη. Μετονομασία άλλων λέξεων πιο οδυνηρών που το άκουσμα τους προκαλεί φρίκη και αποστροφή και σε με την ίδια.
-Σου υπολείπεται πολλή και όμορφη δουλειά να πραγματώσεις.
-Και αν δεν θέλω;
-Και αν δεν γνώριζες τη λέξη θέλω; Αν και αυτή έμενε στωικά στο μέρος των λέξεων που δεν ανακαλύφθηκαν ποτέ και άσκοπα μένουν αχρησιμοποίητες σε ένα άστοργο για σε σκοτάδι;
-Με το να μου κρύβεις τις λέξεις νομίζεις θα με οπλίσεις με την πιο απάνθρωπη υπομονή; Και αν την κατακτήσω τι θα καταλάβω; Αν ήθελες να με φέρεις εδώ γιατί γεννήθηκα εκεί κάτω;
-Γιατί κανείς δε γεννιέται εδώ πάνω, αλλά αυτοί που κοιτούν ψηλά μπορούν και έρχονται και φέρνουν κι άλλους.
-Τι ανώφελο χρέος! Και τώρα ήρθε η δική μου σειρά να ρωτήσω: και αν δεν υπήρχε το ψηλά; Αν έσβηνε και αυτό και χανόταν στο ίδιο σκοτάδι της θέλησης;
-Τότε θα ξαναγεννιόταν. Και ίσως με πιο βάναυσο τρόπο από πριν και τότε αυτό που εσύ ορίζεις ως πόνο θα έπρεπε να συνθλιβεί και τη θέση του θα έπαιρναν άλλα αποτρόπαια ακούσματα συνώνυμα του χάους και της τρέλλας. Άλλωστε πόσο δύσκολο μπορεί να ναι ένα τέτοιο χρέος για ένα γένος τόσο πλουσιοπάροχα προικισμένο για οδύνη; Μην εκπλαγείς λοιπόν όταν αντιληφθείς με πόση μακαριότητα και ευδαιμονία τούτη η οδύνη σε πλημμυρίσει.
Σάββατο 12 Ιουνίου 2010
Δεκανίκια
Σήμανε η ώρα που η γραφή δεν φτάνει.
Που οι λέξεις τέλειωσαν, εξαντλήθηκαν.
Μα πότε πρόλαβα να τις ξοδέψω όλες; Τι σπάταλη...
πόσο αχόρταγη φάνηκα, με άσκοπη τόλμη, ξοδεμένη δεξιά και αριστερά, ανυπότακτα..
Δύναμη αδύναμη, ανέτοιμη να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε απειλή...
προς τί η τόση διαθεσιμότητά της;
κι η χειραγώγηση η πιο σκληρή διαδικασία. Αλλά πώς χειραγωγείται κάτι που τελείωσε;
Αποδυναμωμένα μέσα στέκουν σα φθαρμένα δεκανίκια, έτοιμα να σπάσουν, προδίνοντας έτσι τα δειλά μου βήματα...
Έπρεπε να τα πετάξω πριν με ρίξουν. Και αντ' αυτού πέταξα το στέμμα γιατί νόμιζα πως το βάρος του επιβάρυνε τη δουλειά τους.
Ω μα πόσο ανόητη φάνηκα..Δύσβατη φύση, πόσοι την τιθάσευσαν; Ή αλλιώς πόσοι την ξερίζωσαν; Όχι για να βρουν μια άλλη, αλλά από φόβο να την καλλιεργήσουν.
Ωραία ψευδαίσθηση να νομίζεις πως εσύ την καλλιεργείς έτσι δεν είναι;
Άλλο ένα φθαρμένο δεκανίκι...
Παρασκευή 28 Μαΐου 2010
Γελάς Θεέ μου;
Θεέ μου γελάς όταν πονάω;
Σε νανουρίζουν γλυκά τα αναφιλητά μου;
Νομίζεις υποφέρω όταν τεντώνεις το σκοινί της μοίρας μου;
Ω Θεέ, εγώ γελώ μαζί σου!
Κάθε που νομίζεις με συντρίβεις,
εγώ γελώ πιο δυνατά από σένα..
Γιατί τι θα γίνεις Θεέ μου, αν εγώ χαθώ;
Εσύ μπορείς να με σκοτώσεις μια φορά,
ενώ εγώ σε σκοτώνω κάθε μέρα!
Γελάς ακόμα Θεέ μου;
Τρίτη 25 Μαΐου 2010
Η ζωή σαν γλυπτό...
Και ήρθε η στιγμή της αποκάλυψης.
Και το γλυπτό φανέρωσε τον εαυτό του στον κόσμο.
Τα αποτελέσματα ήταν αναμενόμενα.
Ο κόσμος θαμπώθηκε.
Όλοι θαύμαζαν το γλυπτό, τώρα πια όχι μόνο για την ομορφιά του.
Οι εκτιμητές πολλοί και διάφοροι.
Έκαναν το γλυπτό να λάμπει από περηφάνια.
Όμως ξαφνικά ένας ένας εξαφανίζονταν.
Ακόμα και αυτοί που νόμιζε πως ήρθαν πολύ κοντά για να το κατακτήσουν, χάνονταν μες τη νύχτα
Και το γλυπτό έμεινε πιο μόνο από ποτέ,
να παρατηρεί τις σκιές που έσβηναν μες το σκοτάδι.
Όχι δεν περίμενε αυτή την αντίδραση.
Οι ανθρώπινες πνοές που πλησίασαν το γλυπτό το έκαναν ευάλωτο,
Ξέμαθε να μη ζητάει, ξέχασε να μην περιμένει..
Και τώρα η βροχή που το χτυπά, πέφτει σα μολύβι επάνω του, τρυπώντας του όλο το σώμα..
το άψυχο πλέον.
Και τότε το γλυπτό ξανασκεπάστηκε και έκλαψε πικρά.
Γιατί δεν ήθελε να ναι πια γλυπτό, που το βάρος του δεν το αντέχει κανείς.
Ήθελε να ξανανιώσει εκείνη την πνοή, που έκανε όλο του το κορμί να τινάζεται σα να το χτυπά ηλεκτρικό ρεύμα.
Αλλά δεν ήξερε αν του επιτρεπόταν και έτσι σιώπησε..
«Δεν θα ξανασηκώσω το σεντόνι από πάνω μου, είπε, μέχρι κάποιος που να το επιθυμεί πραγματικά, μου εμφυσήσει την καθάρια πνοή της αναγέννησης που τόσο λαχταρώ». Κι έτσι έκανε...
Πέμπτη 13 Μαΐου 2010
Συνομιλία με έναν άγγελο...
Άγγελος: Πώς βρέθηκες εδώ πάνω;
Άνθρωπος: Μη με μαρτυρήσεις.
Άγγ: Πώς ήρθες; Είναι επικίνδυνα, γύρνα πίσω αμέσως.
Άνθρ: Κρύβομαι, μόλις ξεκουραστώ θα φύγω.
Άγγ: Εδώ ήρθες να κρυφτείς; Με τέτοιο φως από ποιον νομίζεις πως μπορείς να κρυφτείς;
Άνθρ: Δεν κοιτάνε όλοι στο φως φοβούνται.
Άγγ: Εσύ δεν φοβάσαι;
Άνθρ: Όχι.
Άγγ: Και αν πέσεις;
Άνθρ: Αν πέσω σημαίνει πως πρώιμα ανέβηκα και τούτη η πτώση θα γίνει ο οδηγός μου για μια νέα, πιο καθάρια ανάβαση.
Άγγ: Γενναία λόγια για το είδος σου. Τι προσδοκάς απ’ τη ζωή σου;
Άνθρ: Δεν μπορώ να ξέρω.
Άγγ: Μήπως ζητάς να δεις τον πατέρα;
Άνθρ: Όχι, όχι ακόμα.
Άγγ: Άνθρωπε αυτά είναι επικίνδυνα λόγια, πρόσεχε! Γιατί να ζητάς κάτι τέτοιο; Ποιο κρίμα μπορεί να ναι τόσο βαρύ που να οπλίζει με τέτοιο θάρρος την ελπιδοφορτωμένη σου ψυχή;
Άνθρ: Δεν έχω ελπίδες, ούτε προσδοκίες, γι’ αυτό κρύβομαι. Δεν έχω θέαμα να προσφέρω.
Άγγ: Αυτό ζητούν από σένα;
Άνθρ: Καμιά φορά..
Άγγ: Εδώ δεν θα βρεις τίποτα που να μπορείς να τους προσφέρεις. Δεν θα σε πιστέψουν, θα σε περάσουν για τρελό.
Άνθρ: Σάμπως δεν το κάνουν ήδη..
Άγγ: Μη λυπάσαι, δεν αρμόζει στην ευγενική γενειά σου. Νιώθω τη θλίψη σου. Αλλά πρέπει να σε προστατέψω. Φύγε από δω όσο πιο γρήγορα μπορείς, πριν έρθει εκείνος και σε βρει. Κινδυνεύεις!
Άνθρ: Γιατί θες να με προστατέψεις; Χαμένη υπόθεση είμαι..
Άγγ: Καθόλου, και υπάρξεις σαν και σένα χρειάζονται εκεί κάτω. Για να μένει ανοιχτή η χαραμάδα που χωρίζει τους κόσμους μας.
Άνθρ: Τι κι αν χαθώ; Ποιος θα προσέξει την απουσία μου; Ίσως είναι καλύτερο να κλείσει μια και καλή η πόρτα του φωτός..
Άγγ: Αλίμονο! Μη λες αυτά τα λόγια, αφού δεν τα πιστεύεις. Χάρη σε σένα μπορούν οι φωτεινές αχτίνες να αγκαλιάσουν τον τόπο σου και τις πονεμένες υπάρξεις. Θ’ άντεχες να τους το στερήσεις αυτό;
Άνθρ: Όχι.
Άγγ: Τότε φύγε πριν είναι αργά. Δεν είναι θυσία, είναι αρετή.
Άνθρ: Θα φύγω, αλλά θα ξανάρθω.
Άγγ: Όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ να τιθασεύσω την αχόρταγη ψυχή σου. Θα σε περιμένω..
Άνθρ: Αντίο..
Άνθρωπος: Μη με μαρτυρήσεις.
Άγγ: Πώς ήρθες; Είναι επικίνδυνα, γύρνα πίσω αμέσως.
Άνθρ: Κρύβομαι, μόλις ξεκουραστώ θα φύγω.
Άγγ: Εδώ ήρθες να κρυφτείς; Με τέτοιο φως από ποιον νομίζεις πως μπορείς να κρυφτείς;
Άνθρ: Δεν κοιτάνε όλοι στο φως φοβούνται.
Άγγ: Εσύ δεν φοβάσαι;
Άνθρ: Όχι.
Άγγ: Και αν πέσεις;
Άνθρ: Αν πέσω σημαίνει πως πρώιμα ανέβηκα και τούτη η πτώση θα γίνει ο οδηγός μου για μια νέα, πιο καθάρια ανάβαση.
Άγγ: Γενναία λόγια για το είδος σου. Τι προσδοκάς απ’ τη ζωή σου;
Άνθρ: Δεν μπορώ να ξέρω.
Άγγ: Μήπως ζητάς να δεις τον πατέρα;
Άνθρ: Όχι, όχι ακόμα.
Άγγ: Άνθρωπε αυτά είναι επικίνδυνα λόγια, πρόσεχε! Γιατί να ζητάς κάτι τέτοιο; Ποιο κρίμα μπορεί να ναι τόσο βαρύ που να οπλίζει με τέτοιο θάρρος την ελπιδοφορτωμένη σου ψυχή;
Άνθρ: Δεν έχω ελπίδες, ούτε προσδοκίες, γι’ αυτό κρύβομαι. Δεν έχω θέαμα να προσφέρω.
Άγγ: Αυτό ζητούν από σένα;
Άνθρ: Καμιά φορά..
Άγγ: Εδώ δεν θα βρεις τίποτα που να μπορείς να τους προσφέρεις. Δεν θα σε πιστέψουν, θα σε περάσουν για τρελό.
Άνθρ: Σάμπως δεν το κάνουν ήδη..
Άγγ: Μη λυπάσαι, δεν αρμόζει στην ευγενική γενειά σου. Νιώθω τη θλίψη σου. Αλλά πρέπει να σε προστατέψω. Φύγε από δω όσο πιο γρήγορα μπορείς, πριν έρθει εκείνος και σε βρει. Κινδυνεύεις!
Άνθρ: Γιατί θες να με προστατέψεις; Χαμένη υπόθεση είμαι..
Άγγ: Καθόλου, και υπάρξεις σαν και σένα χρειάζονται εκεί κάτω. Για να μένει ανοιχτή η χαραμάδα που χωρίζει τους κόσμους μας.
Άνθρ: Τι κι αν χαθώ; Ποιος θα προσέξει την απουσία μου; Ίσως είναι καλύτερο να κλείσει μια και καλή η πόρτα του φωτός..
Άγγ: Αλίμονο! Μη λες αυτά τα λόγια, αφού δεν τα πιστεύεις. Χάρη σε σένα μπορούν οι φωτεινές αχτίνες να αγκαλιάσουν τον τόπο σου και τις πονεμένες υπάρξεις. Θ’ άντεχες να τους το στερήσεις αυτό;
Άνθρ: Όχι.
Άγγ: Τότε φύγε πριν είναι αργά. Δεν είναι θυσία, είναι αρετή.
Άνθρ: Θα φύγω, αλλά θα ξανάρθω.
Άγγ: Όσο και αν προσπαθώ δεν μπορώ να τιθασεύσω την αχόρταγη ψυχή σου. Θα σε περιμένω..
Άνθρ: Αντίο..
Πέμπτη 29 Απριλίου 2010
Για τη Νύχτα..
Όχι δεν έκλαιγα.
Μόνο τα βράδια κλαίω.
Τότε ντύνομαι με τον πιο βαρύ μανδύα της ύπαρξής μου.
Τότε είναι που τα γόνατά μου λυγίζουν από το βάρος του πένθους και τα μάτια μου μαυρίζουν από την απουσία βλέμματος.
Και εκείνη όπως κάθε βράδυ έρχεται και μ΄αγγίζει στον ώμο.
Η αιώνια και πιστή ερωμένη όλων των βαριών υπάρξεων, γέρνει στον ώμο μου και μ' ακουμπά.
Κι άλλοτε το χέρι της είναι ζεστό και με αναπαύει.
Κι άλλες φορές είναι βαρύ και με καίει τόσο που η σιωπηλή κραυγή μου πνίγεται στον κόρφο μου και ξεσπά με αναφιλητά.
Και δεν ξέρω πια τι να περιμένω. Αφού είναι η μόνη που ανέχεται την ύπαρξή μου και την αγκαλιάζει με τέτοιο τρόπο, γιατί περιμένω το ξημέρωμα; Τότε που αυτή η τερατόμορφη σχέση ξεθωριάζει στο φως της ημέρας και παίρνει μια απόσταση τέτοια, σα να μην υπήρξε ποτέ. Αλλά όταν βραδιάζει, επανεμφανίζεται μπροστά μου και δεν την κοιτώ με απορία, γιατί την περίμενα. Γιατί λαχταρώ την πίστη της σε μένα όσο και αν της αρέσει να με βλέπει να σέρνομαι. Γιατί κι η νύχτα είναι μια πληγωμένη γυναίκα που έμεινε πιστή στον έρωτα και ανολοκλήρωτη ακόμα, περιφέρει το σαρκίο της συντροφεύοντας τις πληγωμένες υπάρξεις. Πώς να μην αγαπάς λοιπόν αυτή τη γυναίκα, κόρη του Χάους και του Ερέβους;
Παρασκευή 16 Απριλίου 2010
Σιωπή...
Πολλές φορές σκέφτηκα πως πρέπει τη χαμένη μου υποταγή να ξαναβρω. Γιατί αν δεν τη βρω θα συνθλιβώ και μάλιστα με τον πιο άχαρο τρόπο. Η μόνη μου κινητήρια δύναμη, που στολίζει το άψυχο κορμί μου, θα σκορπίσει σαν σκόνη και τότε δεν θα μπορώ ούτε το ομοίωμα του εφάνταστου εαυτού μου να παραστήσω γιατί δεν θα θυμάμαι ούτε το απείκασμά του.
Είχα μάθει να ακούω, και να υπακούω. Και λειτουργούσα άρτια, παρά τον συνεχή εσωτερικό θόρυβο που δυσχέραινε το έργο μου. Άντεχα και τους δυο ήχους και επέλεγα κάθε φορά ποιον θα βαφτίσω θόρυβο. Ο ένας ήταν διαχειρίσιμος, ο άλλος λίγο λιγότερο αλλά και οι δυο παρόντες, δρώντες εν αγαστή συνεργασία. Ώσπου ο ένας δυνάμωσε και έσβησε τον άλλο, όπως γίνεται στη ζούγκλα όπου το πιο δυνατό ζώο επιβάλλεται στο πιο μικρό. Και η σημασία του μίκρυνε, έγινε διάφανη και με διαπερνούσε χωρίς να τη νιώθω,χωρίς να μ' ακουμπά. Τότε ο άλλος ήχος πανηγύρισε το θρίαμβό του με μία εκκωφαντική κραυγή που ακούστηκε ως τα πέρατα του νεοκατακτηθέντος βασιλείου και έκανε ακόμα και το θρόισμα των φύλλων να μοιάζει με ένα απόκοσμο, σαρδόνιο γέλιο από το οποίο δεν ξέφευγε κανείς. Και έπειτα σταμάτησε. Με τον ίδιο τρόπο που σκορπίστηκε ανάμεσα στις εκστατικές πνοές που κατοικούν το βασίλειο, έτσι σταμάτησε. Μόνο που τίποτα δεν ξεκίνησε να κινείται. Όλα παρέμεναν νωχελικά, μουδιασμένα, νεκροφανή. Περίμεναν το νέο σύνθημα που θα τους εμφυσήσει την καθάρια πνοή της αναγέννησης ή του οριστικού θανάτου. Μόνο που εκείνο το απόκοσμο άκουσμα αργούσε. Ίσως και να μην ξαναηχούσε ποτέ. Αλλά η σιωπή ούρλιαζε πιο τρομακτικά από ποτέ. Μετέφερε την ανάμνηση του μηνύματος απ' άκρη σ' άκρη. Κι η ανάμνηση ήταν απύθμενα πιο οδυνηρή. Με τι δύναμη να κινηθείς, σε ποιον ήχο να υπακούσεις τη στιγμή που χάθηκαν τα πάντα; Και αν η ένταση της κραυγής συνέτριψε τα αυτιά σου και δεν μπορέσεις να ακούσεις ποτέ; Πώς θα αντέξεις τούτο το τίμημα της σιωπής που φαντάζει αιώνιο; Απλά ξαναγεννήθηκες...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






